Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Μπερντέδες




-Στου Χόλμαν πουλούνε με έκπτωση μπερντέδες, από αληθινή νταντέλα, με κρόσια πράσινα και τριανταφυλλιά – το ζευγάρι 1 δολάριο και 98 μαζί με το κοντάρι.

Ο κ. Μάλοου ανακάθισε πάνω στο στρώμα.

-Μπερντέδες; Στο θεό σου, τι θα τους κάνεις τους μπερντέδες!

-Μ αρέσουνε τα όμορφα πράγματα, είπε η κ. Μάλοου. Πάντα μου άρεσε να στολίζω το σπιτικό για να το βρίσκεις όμορφο.

Τα χείλια της τρέμανε σα να θελε να κλέψει.

-Αγάπη μου της φώναξε ο Σάμ. Μπερντέδες; Γιατί όχι; Μου αρέσουνε και εμένα οι μπερντέδες.

-Μόνο 1 δολάριο και 98, είπε η κ. Μάλοου με τρεμουλιαστή φωνή. Τσιγκουνεύεσαι για 1 δολάριο και 98- κι όλο ρουφούσε τη μύτη κι αναδευότανε το στέρνο της.

-Δεν τσιγκουνεύομαι, της λέει ο κ Μάλοου, μονάχα πες μου, αγάπη μου, για όνομα του Χριστού, τι σου χρειάζονται οι μπερντέδες; Δεν έχουμε παράθυρα να τους κρεμάσεις.

Η κυρία Μάλοου έβαλε τα κλάματα κι ο Σάμ την κράταγε στην αγκαλιά του και την παρηγορούσε.

-Αχ έλεγε με αναφιλητά, ποτέ οι άντρες δεν μας νιώθουνε, ποτέ δε μπαίνουνε στη θέση μας, ποτέ τους δε μας νιώθουνε…

Κι ο Σάμ κειτότανε πλάι της κι όλο της Χάιδευε τη πλάτη, όλο τη χάιδευε, όλο τη χάιδευε ώσπου την πήρε ο ύπνος.


Από τον δρόμο με τις Φάμπρικες του Τζων Σταϊμπεκ

Και για την ιστορία η οικογένεια Μάλοου στο βιβλίο κατοικεί σε ένα παλιό βιομηχανικό καζάνι χωρίς παράθυρα μόνο με ένα στενό πέρασμα για πόρτα!

1 σχόλιο:

Summertime Blues είπε...

ναι, αλλά αν κρεμάσεις έναν μπερντέ, κουρτίνα αλλιώς, όλοι θα νομίζουν πως από πίσω υπάρχει παράθυρο!
απλή λογική.
χι χι!
καλό βράδυ.